Legal Research

 

 

 

Πώς ονομάζεται εκείνος που αρνείται να αντικρίσει μια πραγματικότητα, ακόμη και όταν αυτή αποτυπώνεται με αδιάσειστα στοιχεία; Άλλοι θα τον χαρακτηρίσουν αρνητή. Άλλοι δογματικό, αν και η ονομασία, μικρή σημασία έχει. Σημασία έχει ότι η άρνηση μιας πραγματικότητας δεν οδηγεί στην εξαφάνισή της.

Πώς χαρακτηρίζεται, σύμφωνα με το ποινικό δίκαιο, η πράξη εκείνου που αφαιρεί εκ προθέσεως τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου; Η απάντηση είναι προφανής: ανθρωποκτονία. Πρόκειται για το σοβαρότερο έγκλημα κατά της ζωής, ανεξαρτήτως του φύλου του θύματος ή του δράστη.

Τι συμβαίνει όμως όταν η ανθρωποκτονία δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο εγκληματικό γεγονός, αλλά την τελική πράξη μιας διαρκούς αλυσίδας έμφυλης βίας, ψυχολογικής κακοποίησης, εξαναγκασμού, ελέγχου, απειλών και συστηματικής κυριαρχίας; Όταν ο θάνατος της γυναίκας δεν είναι ένα τυχαίο αποτέλεσμα μιας προσωπικής διαφοράς, αλλά η ακραία κατάληξη ενός «continuum of violence», όπως αυτό περιγράφεται πλέον στα κείμενα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου; Πώς ονομάζεται τότε ο δράστης και πώς πρέπει να χαρακτηρίζεται το ίδιο το έγκλημα;

Η απάντηση που δίνει σήμερα η διεθνής κοινότητα είναι ολοένα και πιο σαφής: γυναικοκτονία (femicide). Όχι για να διαφοροποιήσει την αξία της ζωής μιας γυναίκας από εκείνη οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου, ούτε για να υποκαταστήσει το έγκλημα της ανθρωποκτονίας, αλλά για να αναγνωρίσει ότι ορισμένες ανθρωποκτονίες δεν μπορούν να ερμηνευθούν αποκομμένες από το έμφυλο πλαίσιο μέσα στο οποίο τελέστηκαν.

Κι όμως, στην Ελλάδα, κάθε δημόσια συζήτηση γύρω από τον όρο «γυναικοκτονία» εγκλωβίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε ένα και μόνο επιχείρημα: «Αφού υπάρχει ήδη το έγκλημα της ανθρωποκτονίας, γιατί χρειάζεται ένας ακόμη όρος;». Το ερώτημα αυτό, όσο εύλογο κι αν ακούγεται εκ πρώτης όψεως, απαντά σε ένα διαφορετικό ζήτημα από εκείνο που θέτουν εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία τα διεθνή και ευρωπαϊκά κείμενα.

Το πραγματικό νομικό ερώτημα δεν είναι αν η ανθρώπινη ζωή προστατεύεται επαρκώς από το ελληνικό ποινικό δίκαιο. Προστατεύεται. Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό: μπορεί ένα κράτος να προλάβει, να καταγράψει, να μελετήσει και να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά ένα ιδιαίτερο εγκληματολογικό φαινόμενο, όταν αυτό δεν αναγνωρίζεται ούτε καν εννοιολογικά;

 

Πρόσφατα η  Μαρία Καρυστιανού, ως πρόεδρος του κόμματος «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», εξέφρασε δημόσια την αντίθεσή της στην καθιέρωση του όρου «γυναικοκτονία» στη νομοθεσία, υποστηρίζοντας μια διαφορετική προσέγγιση για το ζήτημα της έμφυλης βίας.

Στις δηλώσεις της (τον Ιούνιο του 2026), υποστήριξε τα εξής σημεία:

Σύμφωνα με την ίδια, η χρήση του όρου «γυναικοκτονία» λειτουργεί ως «φυλετική διάκριση» και πως ο όρος «τοποθετεί τη γυναίκα στις ευάλωτες ομάδες» και την αντιμετωπίζει ως «αδύναμο φύλο», ενώ υποστηρίζει πως οι γυναίκες πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι ενήλικες, όπως και οι άνδρες.

 

Ιστορική Αναδρομή

Ο όρος “γυναικοκτονία” εισήχθη στο διεθνές νομικό και κοινωνιολογικό λεξικό από την Νοτιοαφρικανή φεμινίστρια ακτιβίστρια και κοινωνιολόγο Diana E.H. Russell, η οποία επαναπροσδιόρισε το φαινόμενο θέτοντας ως κεντρικό πυλώνα το έμφυλο κίνητρο, διαχωρίζοντάς το από την ουδέτερη νομική κατηγορία της ανθρωποκτονίας.

Το 1976, στο International Tribunal on Crimes Against Women (Διεθνές Δικαστήριο για τα Εγκλήματα κατά των Γυναικών) στις Βρυξέλλες, η Russell χρησιμοποίησε τον όρο για να περιγράψει όχι απλώς τον θάνατο μιας γυναίκας, αλλά τον μισογυνικό φόνο.

Ο πρώτος «πολιτικός» ορισμός ήταν γεγονός από τη Diana E.H. Russell, η οποία όρισε τη γυναικοκτονία (femicide) ως «τη δολοφονία γυναικών από άνδρες επειδή είναι γυναίκες» (the killing of females by males because they are females). Η Russel έκανε κάτι ριζοσπαστικό για τη εποχή της γιατί απλούστατα και ηθελημένα, απέρριψε την «ουδετερότητα» της «ανθρωποκτονίας» θεωρώντας πως είναι νομικά «τυφλός» και «ουδέτερος» όρος, γεγονός που επισκιάζει τη συστηματική βία που υφίστανται οι γυναίκες.

Εξ αντιδιαστολής, με τον όρο «γυναικοκτονία» –femicide, τόνισε ότι το έγκλημα δεν είναι «ατύχημα» ή «έκρηξη θυμού», αλλά η ακραία κατάληξη μίας συνεχούς έμφυλης βίας (continuum of violence) και μιας πατριαρχικής δομής όπου ο άνδρας θεωρεί ότι έχει ιδιοκτησιακά δικαιώματα πάνω στη γυναίκα.

Λίγα χρόνια αργότερα, ο όρος «ξέφυγε» από τον αγγλοσαξονικό φεμινιστικό λόγο και ρίζωσε στη Λατινική Αμερική, όπου η βία κατά των γυναικών έλαβε διαστάσεις επιδημίας, την εποχή όπου στις αρχές της δεκαετίας του 90 οι μαζικές δολοφονίες γυναικών στα εργοστάσια συναρμολόγησης (maquiladoras) ανάγκασαν την ανθρωπολόγο Marcela Lagarde να εισάγει τον όρο «feminicidio». Ενώ η Russell εστίαζε στη δολοφονία από άνδρες, η Lagarde πρόσθεσε τη διάσταση του κράτους ορίζοντας το feminicidio ως ένα έγκλημα που τελείται όχι μόνο από τον δράστη, αλλά και από το κράτος, λόγω της «ατιμωρησίας» (impunity) και της έλλειψης προστασίας των γυναικών από τους θεσμούς.

Κι ενώ πριν έως το 1993, η βία κατά των γυναικών θεωρούνταν «ιδιωτικό ζήτημα» που αφορούσε την οικογενειακή σφαίρα ή τα τοπικά ήθη, και όχι τη διεθνή κοινότητα ή το δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έρχεται η Διακήρυξη και το Πρόγραμμα Δράσης της Βιέννης (1993)να αποτελέσει το «σημείο μηδέν» για τη σύγχρονη διεθνή προστασία των γυναικών. Η Διακήρυξη της Βιέννης δεν περιόρισε τη βία μόνο σε πράξεις του κράτους (όπως βασανιστήρια από αστυνομικούς), αντιθέτως, αναγνώρισε ότι η βία κατά των γυναικών συμβαίνει τόσο στη δημόσια όσο και στην ιδιωτική ζωή.

Στην παράγραφο 18 της Διακήρυξης, ορίζεται ότι:

«Τα ανθρώπινα δικαιώματα των γυναικών και των κοριτσιών αποτελούν αναπόσπαστο, αναπόδραστο και αδιαίρετο μέρος των καθολικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.»

Αν και ο όρος «γυναικοκτονία» δεν υπήρχε στη Βιέννη το 1993, η Διακήρυξη υπήρξε το Πρωτόγραμμα σε ένα κεφάλαιο που ως επιχείρημα χρησιμοποιούμε έως σήμερα: Αν η βία κατά των γυναικών είναι παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων (όπως αναφέρθηκε στη Βιέννη), τότε ο θάνατος από έμφυλη βία (γυναικοκτονία) είναι η ακραία παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή. Έτσι, χωρίς τη Διακήρυξη της Βιέννης, το επιχείρημα ότι «το κράτος πρέπει να εμποδίζει τη γυναικοκτονία» θα ήταν απλώς μια ηθική άποψη ενώ μετά τη Βιέννη, έγινε νομική υποχρέωση.

Και φτάνουμε αναπόφευκτα  στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης (2011) του Συμβουλίου της Ευρώπης η οποία αποτελεί το επιστέγασμα των νομικών κειμένων για το θέμα και την οποία η  ΕΕ ως οντότητα επικύρωσε το 2023, καθιστώντας την δεσμευτική για την Ένωση στους τομείς της αποκλειστικής αρμοδιότητάς της (δικαστική συνεργασία, άσυλο, διοίκηση). Η Σύμβαση επιβάλλει στα κράτη να λειτουργούν με βάση 4 πυλώνες:

  1. Prevention (Πρόληψη): Εκπαίδευση για την ισότητα, ευαισθητοποίηση.
  2. Protection (Προστασία): Καταφύγια, γραμμές βοήθειας, ειδικά μέτρα ασφαλείας.
  3. Prosecution (Δίωξη): Ποινικοποίηση βίας, αποτελεσματική έρευνα.
  4. Integrated Policies (Ολοκληρωμένες Πολιτικές): Συντονισμός όλων των φορέων (αστυνομία, υγεία, κοινωνικές υπηρεσίες).

Στο άρθρο 3 (δ) αναγνωρίζεται:  ως «βία κατά των γυναικών» η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μια μορφή διάκρισης κατά των γυναικών καθώς επίσης θα εννοούνται όλες οι πράξεις βίας με βάση το φύλο που έχει ή μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα, σωματική, σεξουαλική ψυχολογική ή οικονομική βλάβη ή πόνο στις γυναίκες, περιλαμβανομένων των απειλών για τέτοιες πράξεις, του εξαναγκασμού ή της αυθαίρετης στέρησης της ελευθερίας, είτε στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό βίο»,

 

Ενώ στην πολυσυζητημένη παράγραφο (γ) παρουσιάζεται η ετυμολογία του όρου φύλου αναγνωρίζοντας ως «φύλο» πως νοούνται οι κοινωνικά δημιουργημένοι ρόλοι, συμπεριφορές, δραστηριότητες και ιδιότητες που μια δεδομένη κοινωνία θεωρεί κατάλληλα για τους άνδρες και τις γυναίκες.

Η Γυναικοκτονία στο Επίκεντρο της Ευρωπαϊκής Νομικής και Πολιτικής Αντιπαράθεσης

Κι εδώ κάπου ξεκινάνε τα δύσκολα.

Αν και ο όρος «γυναικοκτονία» δεν υπάρχει στο κείμενο, η Σύμβαση ήταν αυτή που «νομιμοποίησε» τη συζήτηση για το έμφυλο κίνητρο.  Αφού πρώτα συστήσει την Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων GREVIO (Group of Experts on Action against Violence against Women and Domestic Violence – Ομάδα Εμπειρογνωμόνων για τη Δράση κατά της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας) δυνάμει του Άρθρου 66 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, η οποία σκοπό έχει να διενεργεί αξιολογήσεις (reports) για κάθε χώρα που έχει επικυρώσει τη Σύμβαση -εξετάζοντας αν οι εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές ευθυγραμμίζονται με τις απαιτήσεις του κειμένου- εν συνεχεία η ίδια προβαίνει σε αξιολογήσεις των κρατών, ζητώντας τους στατιστικά στοιχεία με έμφυλη διάσταση.

Αυτό υποχρεώνει τα κράτη να «ξεχωρίσουν» τους φόνους γυναικών από τους γενικούς φόνους. Όλη αυτή η προδικασία την καθιστά προθάλαμο» για την αυτοτελή ποινικοποίηση της γυναικοκτονίας, παρ’ ότι δεν την περιλαμβάνει ρητά, δημιουργεί όμως το νομικό καθεστώς μέσα στο οποίο η γυναικοκτονία καθίσταται πλέον «ορατή» ως έγκλημα που το κράτος έχει χρέος να αποτρέψει.

Συνολικά, 39 ευρωπαϊκές χώρες έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση.

Ακολουθεί η παρέμβαση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) ο οποίος εκδίδει τον οδηγό Understanding and addressing violence against women: Femicide και είναι ίσως  η πρώτη φορά που ένας διεθνής φορέας υγείας ορίζει τη γυναικοκτονία ως «χρυσό κανόνα» για την έρευνα, ενώ ταυτόχρονα διαχωρίζει τον φόνο από σύντροφο από τους φόνους «τιμής» ή λόγω μισογυνισμού ορίζοντας ότι η γυναικοκτονία είναι «ανθρωποκτονία γυναικών από πρόθεση επειδή είναι γυναίκες».

 

Η θεσμική πορεία της γυναικοκτονίας από το 2019 έως σήμερα αποκαλύπτει μια συγκρουσιακή διαδρομή από την τυποποίηση στην ανοιχτή πολιτική ρήξη με συνεχείς τριβές μεταξύ συντηρητικών κρατών και μεταξύ Κοινοβουλίου και Επιτροπής: η διαδικασία ξεκίνησε με τις διεθνείς διασκέψεις εμπειρογνωμόνων στη Βιέννη (2019), οι οποίες οδήγησαν στο Statistical Framework του 2022, παρέχοντας μια κοινή «γλώσσα» οκτώ κριτηρίων που επιτρέπει στα κράτη να καταγράφουν το φαινόμενο ανεξάρτητα από τις εθνικές ποινικές τους ιδιαιτερότητες, γεγονός που αποτέλεσε τον καταλύτη για τη «νομοθετική έκρηξη» του 2022-2023, όπου χώρες όπως η Μάλτα και η Κύπρος υιοθέτησαν ρητά τον όρο, ενώ το Βέλγιο εστίασε σε δομές πρόληψης και επιστημονικής ανάλυσης. Η δυναμική αυτή κορυφώθηκε με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385, η οποία, παρότι απέφυγε την ποινική αυτοτέλεια του όρου λόγω ελλείμματος συναίνεσης στο Συμβούλιο, επέβαλε νομικά δεσμευτικές υποχρεώσεις για την εκτίμηση κινδύνου, λειτουργώντας ως ο πρώτος ευρωπαϊκός μηχανισμός «αναγκαστικής πρόληψης»·

Η σημερινή κατάσταση, ωστόσο, διαμορφώνεται από την ανοιχτή πολιτική σύγκρουση της περιόδου 2025-2026, όπου το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απαιτεί πλέον ρητά τη γυναικοκτονία ως «αυτοτελές ευρω-έγκλημα», ερχόμενο σε ευθεία ρήξη με την επιφυλακτικότητα της Επιτροπής και τις αντιστάσεις των κρατών-μελών που επικαλούνται την εθνική κυριαρχία, αναδεικνύοντας το ζήτημα όχι πλέον ως τεχνικό πρόβλημα στατιστικής καταγραφής, αλλά ως πεδίο μείζονος πολιτικής αντιπαράθεσης για τα όρια του ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου.

 

Η ιστορική αναδρομή είναι απαραίτητη για να καταλάβουμε ποιοι αντιδρούν όχι μόνο στην ποινική ένταξη ενός αυτοτελούς ποινικού εγκλήματος στις νομοθεσίες των κρατών αλλά και στην απαίτηση του ορισμού της «γυναικοκτονίας» ως σημείο αναφοράς στατιστικών μελετών και καταγραφών (δίχως ετυμολογία δεν μπορούν να υπάρξουν καταγραφές) εγκλημάτων στις χώρες της Ευρώπης ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει ο απαραίτητος προληπτικός και κατασταλτικός μηχανισμός.

 

ΠΟΙΟΙ ΑΝΤΙΔΡΟΥΝ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ;

 

Το «αντι-έμφυλο» μέτωπο ( αναφέρθηκα ποιο πάνω στο επίμαχο άρθρο 3 (γ) της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, στο οποίο γίνεται αναφορά για το  κοινωνικό φύλο) δεν είναι ομοιογενές, αλλά αποτελείται κυρίως από κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, με κύριους εκφραστές την Ουγγαρία, την Πολωνία, τη Βουλγαρία και τη Σλοβακία.

Αρχικά η Ουγγαρία διατηρεί την πιο σκληρή στάση. Η κυβέρνηση αρνείται να επικυρώσει τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, θεωρώντας ότι ο όρος «έμφυλο» (gender) είναι μια «ιδεολογική κατασκευή» που απειλεί την παραδοσιακή οικογένεια.

Υπό το ίδιο καθεστώς η Πολωνία (και με ισχυρή επιρροή της Εκκλησίας), πιστεύοντας ότι εισάγοντας νομικά τον όρο «γυναικοκτονία» (που στηρίζεται στο «κοινωνικό φύλο»), το κράτος υποχρεούται να αποδεχτεί επισήμως ότι το φύλο είναι «κοινωνική κατασκευή», αντιμάχεται την ίδια την έννοια και κάθε παραδοχή της. Αν και υπάρχει ευρεία κοινωνική πίεση, η νομική αναγνώριση του όρου θεωρείται «εισαγόμενη δυτική ιδεολογία».

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Βουλγαρίας έκρινε το 2018 ότι η έννοια του «κοινωνικού φύλου» είναι αντισυνταγματική, μπλοκάροντας την επικύρωση της Σύμβασης.

 

Η Νομική Επιχειρηματολογία των «Αρνητών»

 

Οι λόγοι που προβάλλονται από  αυτές τις κυβερνήσεις δεν είναι νομικοί (καθώς ο ποινικός κώδικας κάθε χώρας μπορεί να ενσωματώσει τον όρο), αλλά καθαρά ιδεολογικοί:

Επιχειρήματα όπως η Προστασία της Παραδοσιακής Οικογένειας αναμοχλεύουν την πεποίθηση ότι ο όρος «γυναικοκτονία» προωθεί τη ρήξη μεταξύ ανδρών και γυναικών ενώ θεωρούν ότι η αναγνώριση του όρου «αποδομεί» τον ρόλο του άνδρα ως προστάτη και της γυναίκας ως μητέρας.

Εν συνεχεία, προβάλλουν το επιχείρημα ότι το Ποινικό Δίκαιο είναι «ιερό» δικαίωμα του κάθε κράτους-μέλους θεωρώντας την παρέμβαση της ΕΕ ως «ιδεολογική αποικιοκρατία» των Βρυξελλών.

Κυριαρχούν στο ιδεολογικό τους πλαίσιο επιχειρήματα όπως, ότι το «κοινωνικό φύλο» θεωρείται «απειλή για τη βιολογική πραγματικότητα» καθιστώντας, κάθε όρο που περιέχει τη λέξη «έμφυλο» (gender-based violence ή gender-related killing) «ύποπτο» για προώθηση ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων ή «φεμινιστικής ατζέντας».

Εκτός από την ιδεολογία, χρησιμοποιούν και νομικά προσχήματα για να αποφύγουν την υιοθέτηση του όρου όπως ότι η  Αρχή της Ισότητας (Universalisme) διατρανώνει το επιχείρημα της άρνησης του όρου καθώς όπως υποστηρίζουν ο φόνος μιας γυναίκας πρέπει να τιμωρείται ως «ανθρωποκτονία» και όχι ως «γυναικοκτονία», διότι η διαφοροποίηση υποδηλώνει ότι η γυναίκα είναι «λιγότερο ίση» ή «πιο ευάλωτη» από τον άνδρα, άρα χρήζει «ειδικής» προστασίας.

Τέλος, ισχυρίζονται ότι η εισαγωγή νέων αδικημάτων είναι μια επικοινωνιακή τακτική («ποινικός λαϊκισμός») που δεν λύνει το πρόβλημα, αλλά απλώς αυξάνει τις ποινές, κάτι που –όπως λένε– δεν μειώνει την εγκληματικότητα.

 

 

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΚΡΑΤΩΝ «ΑΡΝΗΤΩΝ»

Πρόκειται για κράτη που έχουν υιοθετήσει τον «Κρατικό Συντηρητισμό» ως επίσημη ιδεολογία, όπως για παράδειγμα Ουγγαρία & η Πολωνία κράτη με Ανελεύθερες δημοκρατίες και με ισχυρό συγκεντρωτισμό. Πρεσβεύουν ότι η «φυσική τάξη» των πραγμάτων απειλείται από τη «θεωρία του φύλου» (gender ideology) ενώ θεωρούν ότι ο ορισμός της γυναικοκτονίας είναι ένα εργαλείο «κοινωνικής μηχανικής» για να διαλυθεί η παραδοσιακή οικογένεια.

Το παράδειγμα της Τουρκίας από την άλλη, η οποία ήταν η πρώτη χώρα που υπέγραψε τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης (2011), αλλά το 2021 ο Ερντογάν την κατήγγειλε με διάταγμα, επιβεβαιώνει τα πραγματικά κίνητρα των ιδεολογικών αρνητών. Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι η Σύμβαση «ενθαρρύνει το διαζύγιο» και «καταστρέφει τις οικογενειακές αξίες», ενώ οι ΜΚΟ καταγγέλλουν ότι η αποχώρηση ήταν μια κίνηση για να δοθεί «λευκή επιταγή» στους δράστες έμφυλης βίας, σε μία χωρά η οποία έχει αποδείξει επί δεκαετίες πως δεν είναι υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 Οι «Αμφιταλαντευόμενοι» και οι Ειδικές Περιπτώσεις

 

Λετονία (Ιδεολογία: «Εθνική Ασφάλεια και Προτεσταντικός Συντηρητισμός»)

 

Η αντίσταση στη Λετονία δεν είναι τόσο «θεοκρατική» όσο στην Πολωνία, αλλά εδράζεται σε έναν στυγνό νομικισμό. Η κυβέρνηση και μέρος της δικαιοσύνης θεωρούν ότι η εισαγωγή όρων όπως η «γυναικοκτονία» θα περιπλέξει το ποινικό δίκαιο, προτιμώντας την «ουδετερότητα» του νόμου παραμένοντας μία από τις χώρες που δεν έχουν επικυρώσει πλήρως τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, επικαλούμενη «συνταγματικές επιφυλάξεις» σχετικά με τον ορισμό του γάμου και του φύλου.

 

Τα κοινά χαρακτηριστικά των αρνητών

 

  1. Εργαλειοποίηση της Οικογένειας: Όλα αυτά τα κράτη χρησιμοποιούν την «προστασία της οικογένειας» ως ασπίδα ατιμωρησίας, προβάλλοντας το αφήγημα πως αν η οικογένεια είναι «ιερή», τότε η βία μέσα σε αυτήν είναι «ιδιωτικό θέμα» και το κράτος «δεν πρέπει» να ανακατεύεται.
  2. Αντίδραση στις θεωρίες περί φύλου «Gender»: Όλα αυτά τα καθεστώτα βλέπουν τη λέξη «gender» (κοινωνικό φύλο) ως τον δούρειο ίππο που θα επιβάλει δικαιώματα σε ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα ή θα αμφισβητήσει την «πατριαρχία» στο σπίτι.
  3. Εθνική Κυριαρχία: Χρησιμοποιούν τη «γυναικοκτονία» ως παράδειγμα για να δείξουν στους πολίτες τους ότι «δεν δεχόμαστε διαταγές από τις Βρυξέλλες ή τον ΟΗΕ», άρα προτάσσουν ως περίβλημα της εκμαυλισμένης ιδεολογίας τους την πίστη στην εθνική κυριαρχία και τη πατρίδα, η οποία κατά τα λεγόμενά τους δεν προωθεί ούτε αντιστρατεύεται την αποστροφή προς τις δολοφονίες των γυναικών (sic).

Τα καθεστώτα αυτά εργαλειοποιούν την έννοια της «παραδοσιακής οικογένειας» για να αποκλείσουν τον κρατικό έλεγχο στην ιδιωτική σφαίρα, μετατρέποντας την προστασία των γυναικών από θεμελιώδες δικαίωμα σε «πεδίο εθνικής κυριαρχίας», υπονομεύοντας τις αξίες των Άρθρων 2 και 3 της ΣΛΕΕ, καθώς η ισότητα των φύλων είναι θεμελιώδης αξία της Ένωσης.

 

 

Είναι όμως έτσι;

 

Ας δούμε μαζί τα στατιστικά στοιχεία.

 

Πρόσφατα η  Μαρία Καρυστιανού, ως πρόεδρος του κόμματος «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», εξέφρασε δημόσια την αντίθεσή της στην καθιέρωση του όρου «γυναικοκτονία» στη νομοθεσία, υποστηρίζοντας μια διαφορετική προσέγγιση για το ζήτημα της έμφυλης βίας.

Στις δηλώσεις της (τον Ιούνιο του 2026), υποστήριξε τα εξής σημεία:

Σύμφωνα με την ίδια, θεωρεί ότι η χρήση του όρου «γυναικοκτονία» λειτουργεί ως «φυλετική διάκριση» και πως ο όρος «τοποθετεί τη γυναίκα στις ευάλωτες ομάδες» και την αντιμετωπίζει ως «αδύναμο φύλο», ενώ υποστηρίζει πως οι γυναίκες πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι ενήλικες, όπως και οι άνδρες.

 

 

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία για το διάστημα από την έναρξη του έτους 2026, έχουν καταγραφεί στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης συγκεκριμένες υποθέσεις που έχουν χαρακτηριστεί ως γυναικοκτονίες από κοινωνικούς φορείς και οργανώσεις, καθώς δεν υπάρχει επίσημη στατιστική κατηγοριοποίηση από την Ελληνική Αστυνομία με τον όρο αυτό.

 

Τη Θεοδώρα στη Δράμα, τη μαχαίρωσε ο σύζυγός της

– Στο Αίγιο μία 54χρονη μητέρα και ο 26χρονος γιο της βρέθηκαν νεκροί- για τη δολοφονία τους συνελήφθη ο 65χρονς Ιταλός σύντροφός της.

– Την 39χρονη Βασιλική στην Καλαμάτα τη μαχαίρωσε 45 φορές ο σύζυγός της, ενώ τα ανήλικα παιδιά τους κοιμόντουσαν στο διπλανό δωμάτιο.

– Τον Απρίλιο η 43χρονη Ελευθερία πυροβολήθηκε εξ’ επαφής από τον πρώην σύντροφό της

– Τον Ιανουάριο μία 59χρονη γυναίκα βρέθηκε νεκρή σπίτι της, με μία ζώνη τυλιγμένη στον λαιμό της. Οι ενδείξεις δείχνουν γυναικοκρατία αν και η υπόθεση δεν έχει διαλευκανθεί ακόμα.

– Στον Κολωνό, τον περασμένο Φεβρουάριο μία 31χρονη δολοφονήθηκε απ΄τον 38χρονο σύντροφό της.

– Επίσης, ένας 52χρονος και ο συνεργός του ομολόγησαν τη δολοφονία της 46χρονης Μαρίας που αγνοείτο από τον Οκτώβριο του 2025. Η οικογένειά της είχε δηλώσει την εξαφάνισή της στην Αλεξανδρούπολη.

 

Στην επίσημη δικογραφία και στις στατιστικές της Ελληνικής Αστυνομίας, δεν υφίσταται ο όρος «γυναικοκτονία». Τα περιστατικά λοιπόν αυτά καταγράφονται στα επίσημα αρχεία ως «Ανθρωποκτονίες από πρόθεση» (Άρθρο 299 ΠΚ) κι αυτό γιατί ο Έλληνας νομοθέτης, παρά τις πιέσεις, δεν έχει εισαγάγει ακόμη τον όρο ως αυτοτελές έγκλημα ή ως ρητά κατονομαζόμενη επιβαρυντική περίσταση με αυτόν τον τίτλο. Επομένως, το έγγραφο που θα δείτε σε ένα αστυνομικό δελτίο ή στην ετήσια έκθεση της ΕΛ.ΑΣ. θα αναφέρει πάντα «ανθρωποκτονία» και, στις υποσημειώσεις, «ενδοοικογενειακή βία» αν ο δράστης ήταν σύντροφος.

 

Πού καταγράφονται ως «Γυναικοκτονίες»;

 

Αν και το κράτος δεν τις «βαφτίζει» έτσι, τα περιστατικά αυτά καταγράφονται ως γυναικοκτονίες από Ερευνητικά Δίκτυα & Παρατηρητήρια (π.χ. Genderbased Violence Observatory): Φορείς που χρησιμοποιούν τα 8 κριτήρια του ΟΗΕ (UNODC/UN Women) για να ταξινομήσουν τα εγκλήματα. Όταν ένας ερευνητής βλέπει ότι μια γυναίκα δολοφονήθηκε από σύντροφο (όπως στην περίπτωση της Βασιλικής στην Καλαμάτα ή της Ελένης/Θεοδώρας), εφαρμόζει τον διεθνή ορισμό και το καταγράφει στη βάση δεδομένων του ως γυναικοκτονία.

Το κίνημα «Πες την με το όνομά της» και η «Πρωτοβουλία κατά των Γυναικοκτονιών» διατηρούν δικές τους λίστες. Αυτές οι λίστες αποτελούν σήμερα την πιο έγκυρη «σκιώδη» στατιστική, ακριβώς επειδή το κράτος αρνείται να προχωρήσει στην επίσημη κατηγοριοποίηση.

 

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

 

Στις εκθέσεις της Επιτροπής FEMM (Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου), αυτά τα περιστατικά συχνά περιλαμβάνονται ως «γυναικοκτονίες» στις αναλύσεις που αφορούν την Ελλάδα, επικαλούμενα τα δεδομένα που συγκεντρώνονται από το EIGE και τον ΟΗΕ.

Η μη επίσημη καταγραφή τους όμως ως γυναικοκτονίες από την Ελληνική Αστυνομία δεν είναι απλώς μια γραφειοκρατική λεπτομέρεια, αλλά έχει νομικές συνέπειες καθώς αν ένα έγκλημα καταγραφεί ως «ανθρωποκτονία λόγω κτητικότητας», η έρευνα ακολουθεί το πρωτόκολλο για έναν οποιοδήποτε φόνο. Αν καταγραφεί ως «γυναικοκτονία», απαιτείται η διερεύνηση του ιστορικού κακοποίησης (stalking, απειλές, έλεγχος, κακοποίηση λεκτική -σωματική- ψυχολογική).

Στο δικαστήριο, αν ο όρος δεν υπάρχει, ο συνήγορος υπεράσπισης συχνά επικαλείται «εν βρασμώ ψυχής» ή «έγκλημα πάθους», συμπεραίνοντας κανείς πως αν υπήρχε ο όρος «γυναικοκτονία», ο δράστης θα έπρεπε να απολογηθεί για το έμφυλο μίσος και την προσπάθεια επιβολής εξουσίας.

 

 

Πολιτικοί λόγοι «άρνησης» και κίνητρα. 

Η κύρια αιτία της μη αναγνώρισης είναι η σκόπιμη αποφυγή της σύγκρουσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, φοβούμενη την απώλεια της πολιτικής υποστήριξης από συντηρητικά κράτη-μέλη (Ουγγαρία, Πολωνία, κ.α.), επιλέγει μια επιφανειακή και δημαγωγική «στρατηγική της εικόνας». Προτιμά την εφαρμογή της Οδηγίας 2024/1385, η οποία είναι μια ομπρέλα «έμφυλης βίας», αντί να στοχοποιήσει τη γυναικοκτονία ως αυτοτελές έγκλημα, διότι η ποινική εναρμόνιση απαιτεί ριζικές αλλαγές στους εθνικούς Ποινικούς Κώδικες – μια διαδικασία που θεωρείται «αγκάθι» για την εθνική κυριαρχία.

 

Επειδή δεν υπάρχει νομικός ορισμός, το δικαστικό σύστημα στερείται των απαραίτητων εργαλείων για να αναγνωρίσει τον συστηματικό χαρακτήρα του εγκλήματος κάτι το οποίο ερμηνεύεται χαρακτηριστικά πως η  δολοφονία μιας γυναίκας θεωρείται «απρόβλεπτο γεγονός» και όχι το αποτέλεσμα μιας συνεχούς κλιμακούμενης βίας που θα μπορούσε να είχε προβλεφθεί.

Η έλλειψη ορισμού οδηγεί σε αποσπασματική καταγραφή, αρκεί κανείς να κοιτάξει τα στατιστικά αποτελέσματα καταγραφών του 2024, γεγονός το οποίο σημαίνει πως όταν τα κράτη δεν καταμετρούν τις ίδιες έννοιες, σχέσεις, καταστάσεις κ.λ.π (π.χ. κάποια δεν καταγράφουν τη σχέση δράστη-θύματος), η ΕΕ αδυνατεί να χαράξει αποτελεσματικές πολιτικές πρόληψης. Είναι το απόλυτο παράδοξο: «Πώς θα λύσουμε ένα έγκλημα που τα κράτη μας αρνούνται να μετρήσουν με κοινά κριτήρια;».

Έτσι, οι γυναίκες που ζητούν βοήθεια εισπράττουν την αδιαφορία του συστήματος, το οποίο, μη έχοντας εντολή να αναγνωρίσει τη γυναικοκτονία ως εξειδικευμένο κίνδυνο, αποτυγχάνει να ενεργοποιήσει τα απαραίτητα πρωτόκολλα προστασίας. Η έλλειψη ορισμού μεταφράζεται σε θάνατο, καθώς η βία αντιμετωπίζεται ως «οικογενειακός διαπληκτισμός» ακόμη και από συγγενικά πρόσωπα του θύματος, ή πρόσωπα τα οποία γειτνιάζουν με το θύμα και το θύτη και όχι ως «προαναγγελθείς φόνος». Επομένως, δίχως τον ορισμό της γυναικοκτονίας, τον απουσία του οποίου επικαλούνται πολιτικά και μη πρόσωπα, απουσιάζει ταυτόχρονα και κάθε στατιστική καταγραφή των συμβάντων, καθιστώντας νομοτελειακά αδύναμο αποιοδήποτε προληπτικό μέτρο ανάσχεσης της έμφυλης βίας. Η απουσία ενιαίου ευρωπαϊκού ορισμού της γυναικοκτονίας δεν αποτελεί επιχείρημα κατά της αναγνώρισής της· αντιθέτως, αποτελεί την κύρια αιτία για την οποία οι ευρωπαϊκοί θεσμοί καταφεύγουν σήμερα σε διοικητικούς δείκτες και εθνικές προσεγγίσεις, επιδιώκοντας σταδιακά την ανάπτυξη ενός κοινού πλαισίου καταγραφής και πρόληψης.

 

Το Δίδαγμα της Λατινικής Αμερικής: Γιατί η Ποινικοποίηση από Μόνη της Δεν Αρκεί

 

Είναι κρίσιμο να εξετάσουμε το παράδειγμα της Λατινικής Αμερικής, μιας περιοχής που υπήρξε πρωτοπόρος στην υιοθέτηση του όρου feminicidio και στην αυστηροποίηση του ποινικού πλαισίου. Παρά το γεγονός ότι οι περισσότερες χώρες της ηπείρου μετέτρεψαν τη γυναικοκτονία σε αυτόνομο έγκλημα και επέβαλαν δρακόντειες ποινές –συχνά την ισόβια κάθειρξη–, τα αποτελέσματα υπήρξαν απογοητευτικά. Η εμπειρία αυτή αποδεικνύει ότι ο “ποινικός λαϊκισμός” –δηλαδή η αυταπάτη ότι το πρόβλημα λύνεται μόνο με την αύξηση των ετών κάθειρξης– στερείται ουσιαστικής αποτελεσματικότητας. Η αυστηροποίηση των ποινών, αποκομμένη από έναν ολοκληρωμένο μηχανισμό πρόληψης και δέουσας επιμέλειας, αποδείχθηκε έωλη. Οι αριθμοί των θυμάτων παρέμειναν υψηλοί, καθώς οι δράστες, δρώντας μέσα σε ένα περιβάλλον πατριαρχικής ιδιοκτησιακής λογικής, δεν αποτρέπονται από το ύψος της ποινής, εφόσον δεν αντιλαμβάνονται τη βεβαιότητα της σύλληψης και της δικαστικής τιμωρίας.

Το δίδαγμα από τη Λατινική Αμερική είναι σαφές: η νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας δεν πρέπει να μετατραπεί σε μια “εύκολη” ποινική διόρθωση που καθησυχάζει το κράτος. Αν ο όρος δεν συνοδεύεται από ριζικές αλλαγές στην αστυνομική εκπαίδευση, στη συλλογή δεδομένων, στις δομές προστασίας και, κυρίως, στην εξάλειψη της ατιμωρησίας που απολαμβάνουν οι θύτες λόγω της θεσμικής ανοχής, τότε η ποινικοποίηση παραμένει κενό γράμμα. Η ιστορία της ηπείρου μάς διδάσκει ότι το κράτος που αρκείται σε αυστηρότερους κώδικες χωρίς να επενδύει σε δομικές αλλαγές, απλώς μεταθέτει το πρόβλημα, παραδίδοντας τις γυναίκες σε ένα “continuum of violence” που καμία αυστηρή ποινή δεν μπορεί, από μόνη της, να αναχαιτίσει.

 

 

 

 

Συμπέρασμα

Η έλλειψη ορισμού δεν είναι μια απλή νομική παράλειψη· είναι η κεντρική αιτία της ατιμωρησίας. Όσο το νομικό σύστημα επιμένει ότι «όλοι οι φόνοι είναι ίδιοι», τόσο οι δράστες θα συνεχίζουν να δολοφονούν γυναίκες, γνωρίζοντας ότι το κράτος θα αντιμετωπίσει την πράξη τους ως ένα μεμονωμένο, αποσπασματικό και «ιδιωτικό» περιστατικό, και όχι ως μια συστημική παραβίαση της Δημοκρατίας και της ανθρώπινης ζωής.

 

Αλλά:

 

Ας εξετάσουμε και τα επιχειρήματα της «άλλης» πλευράς. Ας υποθέσουμε λοιπόν, πως η προωθημένη ατζέντα των Βρυξελλών υπέρ των ιδεολογικών θεωριών περί φύλου «Gender» είναι μια ρεαλιστική ερμηνεία και πως υπονομεύει τις παραδόσεις των κρατών μελών. Τα στατιστικά στοιχεία σύμφωνα με το πρόσφατο ενημερωτικό σημείωμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (EPRS, PE 789.304, διαθέσιμο στο https://www.europarl.europa.eu/thinktank/en/homeEuropean Parliament Think Tank), καταδεικνύουν μια συγκλονιστική κανονικότητα βίας, καθώς 18 γυναίκες δολοφονούνται κάθε εβδομάδα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (συνολικά περίπου 936 ετησίως), με το 90% των δραστών να είναι άνδρες και στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων να πρόκειται για νυν ή πρώην συντρόφους, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο οικογενειακός ιστός αποτελεί το πιο επικίνδυνο περιβάλλον για τη γυναίκα. Ταυτόχρονα, το «στατιστικό χάσμα» παραμένει κρίσιμο, καθώς μόλις 17 από τα 27 κράτη-μέλη συλλέγουν συστηματικά δεδομένα για το έμφυλο κίνητρο, επιβεβαιώνοντας ότι η άρνηση υιοθέτησης του όρου «γυναικοκτονία» λειτουργεί ως εργαλείο απόκρυψης της δομικής φύσης της βίας, καθιστώντας την ιδεολογική ρητορική περί «ατζέντας» νομικά αβάσιμη μπροστά στην αδιάψευστη πραγματικότητα της απώλειας ανθρώπινων ζωών.

Η νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας δεν είναι “επιβολή ατζέντας”, αλλά μια πράξη στατιστικής και ηθικής ειλικρίνειας. Όταν οι αριθμοί υπερτερούν των ιδεολογικών φοβιών, η άρνηση να ονομαστεί το έγκλημα παύει να είναι πολιτική άποψη και γίνεται ηθική συνέργεια στη βία. Αν η “παράδοση” και οι “οικογενειακές αξίες” δεν μπορούν να εξηγήσουν γιατί 18 γυναίκες χάνουν τη ζωή τους κάθε εβδομάδα εντός του οικογενειακού ιστού, τότε οι αξίες αυτές είναι που χρήζουν επανεξέτασης, όχι ο όρος γυναικοκτονία.

 

 

 

 

 Παγκόσμια στοιχεία (UNODCUN Women)

Το 2024:

  • 83.000 γυναίκες και κορίτσια δολοφονήθηκαν εκ προθέσεως παγκοσμίως.
  • Από αυτές, 000 (60%) σκοτώθηκαν από νυν ή πρώην σύντροφο ή άλλο μέλος της οικογένειάς τους.
  • Δηλαδή, 137 γυναίκες και κορίτσια δολοφονούνται κάθε ημέρα από πρόσωπα του στενού τους περιβάλλοντος.

 

 

 

 

 

 

Στοιχεία Δεδομένα
Γυναίκες που έχουν υποστεί σωματική ή/και σεξουαλική βία μετά τα 15 έτη στην ΕΕ 31% (European Institute for Gender Equality)
Γυναίκες που υπέστησαν βία τα τελευταία 5 χρόνια 1 στις 10 (European Parliament)
Θύματα ανθρωποκτονίας από σύντροφο που είναι γυναίκες 82% (European Institute for Gender Equality)
Θύματα ανθρωποκτονίας στο οικογενειακό περιβάλλον που είναι γυναίκες 64% (European Institute for Gender Equality)
Γυναίκες που δολοφονούνται καθημερινά παγκοσμίως από σύντροφο ή μέλος οικογένειας 137 ανά ημέρα (European Institute for Gender Equality)

 

 

 

 

 

 

Γιατί τα κράτη αναγνώρισαν τη γυναικοκτονία;

 

Λόγος Σύμβαση Κωνσταντινούπολης GREVIO EIGE Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Πρόληψη
Προστασία θυμάτων
Συλλογή δεδομένων
Αξιολόγηση κινδύνου
Συγκρίσιμες στατιστικές Έμμεσα
Δημόσιες πολιτικές
Αύξηση ποινών (η έμφαση δίνεται στην ολοκληρωμένη προσέγγιση) (European Parliament)

 

 

 

 

 

Δείκτης

 

 

Επίσημο στοιχείο

Γυναίκες στην ΕΕ που έχουν υποστεί σωματική ή/και σεξουαλική βία μετά την ηλικία των 15 ετών 31% (European Institute for Gender Equality)
Θύματα ανθρωποκτονίας από σύντροφο ή μέλος οικογένειας στην ΕΕ (2023) 4,1 γυναίκες ανά 1 εκατομμύριο γυναίκες, έναντι 2,2 ανδρών ανά 1 εκατομμύριο ανδρών. (European Commission)
Υψηλότεροι δείκτες στην ΕΕ (2022–2023) Λετονία (~17), Λιθουανία (~10), Αυστρία (~5) ανά εκατομμύριο κατοίκους (δημοσιογραφική ανάλυση στοιχείων Eurostat). (euronews)
Παγκόσμια στοιχεία (2024) 83.000 γυναίκες και κορίτσια δολοφονήθηκαν εκ προθέσεως· 50.000 (60%) από σύντροφο ή μέλος οικογένειας. (UN Women)

 

 

 

 

Οικογενειακή κατάσταση Γυναικοκτονίες από σύντροφο ή πρώην σύντροφο (ανά 1.000.000 γυναίκες) Επίπεδο κινδύνου
Διαζευγμένες 5,6 Υψηλότερος κίνδυνος
Έγγαμες 2,5 Μέτριος
Άγαμες ≈2,1 Χαμηλός
Χήρες ≈2,0 Χαμηλός

Πηγή: Πηγή: Statistics Netherlands (CBS) – Number of women killed by partner or ex-partner unchanged in 15 years * Η ολλανδική στατιστική υπηρεσία (Statistics Netherlands – CBS), αξιοποιώντας στοιχεία δεκαπενταετίας, κατέδειξε ότι ο κίνδυνος γυναικοκτονίας από νυν ή πρώην σύντροφο δεν κατανέμεται ομοιόμορφα μεταξύ των γυναικών. Ειδικότερα, οι διαζευγμένες γυναίκες εμφανίζουν τον υψηλότερο δείκτη θυματοποίησης, με 5,6 θύματα ανά ένα εκατομμύριο γυναίκες, υπερδιπλάσιο εκείνου των έγγαμων γυναικών (2,5 ανά εκατομμύριο), ενώ οι άγαμες και οι χήρες παρουσιάζουν τους χαμηλότερους δείκτες, περίπου δύο θύματα ανά ένα εκατομμύριο. Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν ότι η γυναικοκτονία δεν αποτελεί τυχαίο εγκληματικό γεγονός, αλλά φαινόμενο με συγκεκριμένους παράγοντες επικινδυνότητας, οι οποίοι μπορούν να εντοπισθούν μόνο μέσω συστηματικής και εξειδικευμένης συλλογής δεδομένων.

 

Maria-Nefeli Christodoulopoulou
Lawyer | GDPR • AI Act • Data Protection • Regulatory Compliance

 

REFERENCES

  1. Βασική Έκθεση Αναφοράς
  1. Στρατηγικές & Εργαλεία των Ηνωμένων Εθνών (UN)
  1. Πρακτική Εφαρμογή & Ανασκοπήσεις (Reviews)
  • European Institute for Gender Equality (EIGE) – Gender-based violence: Το κορυφαίο ευρωπαϊκό κέντρο για την έμφυλη βία. Διαθέτει εργαλεία αξιολόγησης και δεδομένα. https://eige.europa.eu/gender-based-violence
  • UK GovernmentDomestic Homicide Review (DHR) Case Studies: Η πιο ολοκληρωμένη βάση για την ανάλυση των “χαμένων σημάτων” (missed opportunities) σε υποθέσεις γυναικοκτονιών. https://www.gov.uk/government/collections/domestic-homicide-review-case-studies
  1. Εργαλεία Νομικής & Θεσμικής Αναζήτησης
  • EURLexAccess to European Union Law: Για αναζήτηση Οδηγιών (Directives) και Κανονισμών (Regulations) της ΕΕ σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα και την κυβερνοασφάλεια. https://eur-lex.europa.eu/homepage.html
  • EPRS (European Parliamentary Research Service) Search: Η κεντρική πύλη για πρόσβαση σε όλες τις έρευνες και τα briefing του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. https://www.europarl.europa.eu/thinktank/en/home.html