Legal Research

Η αύξηση περιστατικών που αφορούν την ηλεκτρονική (online) απάτη μέσω phishing ή μη εξουσιοδοτημένων τραπεζικών συναλλαγών έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση διαφορών μεταξύ πελατών και πιστωτικών ιδρυμάτων. Οι ολοένα διαρκώς αυξανόμενες περιπτώσεις online απάτης μεταξύ φυσικών προσώπων και πιστωτικών ιδρυμάτων έχουν απασχολήσει εκτεταμένα τη Νομολογία και το ενωσιακό δίκαιο.

 

Ισχύον νομικό πλαίσιο

Το ισχύον νομικό πλαίσιο ρυθμίζεται πρωτίστως από τον Ν. 4537/2018, με τον οποίο ενσωματώθηκε η Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 (PSD2), και ιδίως από τα άρθρα 72 έως 74 αυτού. Σε περίπτωση μη εξουσιοδοτημένης συναλλαγής πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών υποχρεούται να επιστρέψει το ποσό στον πληρωτή άμεσα και το αργότερο έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας από τη γνωστοποίηση, εκτός εάν αποδείξει ότι ο χρήστης ενήργησε με δόλο ή βαριά αμέλεια. Το βάρος απόδειξης της βαριάς αμέλειας σε κάθε ηλεκτρονική (online) απάτη φέρει αποκλειστικά η τράπεζα, ενώ η απλή χρήση προσωπικών κωδικών, OTP ή στοιχείων ταυτοποίησης δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη στοιχειοθέτησή της. Περιστατικά όπως τηλεφωνικές κλήσεις, παραπλανητικά SMS ή ψευδείς ιστοσελίδες που προσομοιάζουν σε περιβάλλον τραπεζικού ιδρύματος δεν συνιστούν αυτομάτως υπαιτιότητα του πελάτη, ιδίως όταν αποδεικνύεται οργανωμένη πρακτική κοινωνικής μηχανικής. Παράλληλα, ενδέχεται να ανακύπτει και ευθύνη της τράπεζας ως υπευθύνου επεξεργασίας κατά το άρθρο 32 του ΓΚΠΔ (Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων), εφόσον δεν έχουν ληφθεί τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα ασφάλειας για την αποτροπή δόλιων συναλλαγών, γεγονός που δύναται να θεμελιώσει αξίωση αποζημίωσης βάσει του άρθρου 82 ΓΚΠΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ.

Νομοθετικές αλλαγές:Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 74 ν. 4537/2018 

Ο ν. 5019/2023 τροποποίησε το άρθρο 74 παρ. 1 του ν. 4537/2018, εισάγοντας περιορισμό της ευθύνης του καταναλωτή σε περιπτώσεις μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής λόγω phishing σε κάθε ηλεκτρονική (online) απάτη. Ειδικότερα, ακόμη και σε περίπτωση βαριάς αμέλειας, η ευθύνη του πληρωτή δεν είναι πλέον απεριόριστη αλλά ανέρχεται έως του ποσού των 1.000€. Η ρύθμιση αυτή βασίζεται στη διακριτική ευχέρεια που παρέχει το άρθρο 74 της Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 στα κράτη-μέλη. Κατ’ εξαίρεση, ο περιορισμός αυτός δεν εφαρμόζεται αν ο πάροχος αποδείξει ότι εφαρμόζει πρόσθετους και πιο εξελιγμένους μηχανισμούς ασφάλειας πέραν της ισχυρής ταυτοποίησης (SCA). Συνεπώς, μετατοπίζεται το αποδεικτικό βάρος προς τον πάροχο ως προς την επάρκεια των συστημάτων πρόληψης απάτης.

Η σχετική συμπεριφορά των δραστών εμπίπτει συνήθως και στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 386 ΠΚ περί απάτης, ενώ η υποβολή μήνυσης, αν και δεν αποτελεί προϋπόθεση αστικής αποκατάστασης, ενισχύει αποδεικτικά τη θέση του ζημιωθέντος κατά τη δικαστική διεκδίκηση της αποκατάστασης της ζημίας του.

Η έγκαιρη γνωστοποίηση προς την τράπεζα σε περιπτώσεις online απάτης και η άσκηση των προβλεπόμενων ένδικων βοηθημάτων είναι καθοριστικής σημασίας για την επιτυχή διεκδίκηση επιστροφής των απολεσθέντων χρηματικών ποσών.

Ενέργειες ζημιωθέντος σε σε κάθε ηλεκτρονική (online) απάτη

Σε περίπτωση μη εξουσιοδοτημένης τραπεζικής συναλλαγής, ο ζημιωθείς οφείλει καταρχάς:

  • να ενημερώσει άμεσα τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, αιτούμενος τη φραγή των μέσων πρόσβασης και την καταγραφή της αμφισβήτησης της συναλλαγής κατά τα άρθρα 72 επ. Ν. 4537/2018.
  • Ακολούθως, απαιτείται η επίσημη υποβολή ένστασης προς το πιστωτικό ίδρυμα για τη διερεύνηση του περιστατικού σε περιπτώσεις online απάτης και την ενεργοποίηση της υποχρέωσης επιστροφής του ποσού.
  • Παράλληλα, ενδείκνυται η υποβολή καταγγελίας ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών αρχών για τη διερεύνηση ενδεχόμενης απάτης κατ’ άρθρο 386 ΠΚ, προς ενίσχυση της αποδεικτικής βάσης της αξίωσης.
  • Σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος, ο παθών δύναται να προσφύγει στον Τραπεζικό Μεσολαβητή ως εξωδικαστικό μηχανισμό επίλυσης διαφορών.
  • Εφόσον η διαφορά δεν επιλυθεί, παρέχεται η δυνατότητα άσκησης αγωγής ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων για την αναζήτηση επιστροφής του απολεσθέντος ποσού, των νόμιμων τόκων υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 914 και 932 ΑΚ.