Η υπόθεση της οδού Νιόβης, τον Σεπτέμβριο του 1998, αποτέλεσε μία από τις πιο δραματικές και καθοριστικές στιγμές στη σύγχρονη ποινική και ειδησεογραφική πραγματικότητα της Ελλάδας. Μία υπόθεση χωρίς σαφές επιχειρησιακό προηγούμενο στην ελληνική πρακτική, στην οποία μία αλληλουχία εσφαλμένων εκτιμήσεων και ενεργειών λειτούργησε ως καταλύτης θεσμικών και επιχειρησιακών αλλαγών στην Ελληνική Αστυνομία, ιδίως ως προς τη διαχείριση κρίσεων υψηλού κινδύνου. Ο δραπέτης Σορίν Ματέι, καταδιωκόμενος από τις αρχές, εισέβαλε σε διαμέρισμα στα Κάτω Πατήσια και κράτησε ομήρους τους ενοίκους υπό την απειλή χειροβομβίδας. Η πολύωρη ομηρία εξελίχθηκε σε απευθείας τηλεοπτικό γεγονός, με ενεργή εμπλοκή δημοσιογράφου στη διαδικασία διαπραγμάτευσης, γεγονός πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα. Η αστυνομική επέμβαση που ακολούθησε κατέληξε σε τραγική έκβαση, με τον θάνατο της Αμαλίας Γκινάκη και σοβαρούς τραυματισμούς αστυνομικών. Λίγες ημέρες αργότερα, ο ίδιος ο δράστης κατέληξε, με τον θάνατό του να αποδίδεται, κατά ιατροδικαστικές εκτιμήσεις, σε εισρόφηση γαστρικών υγρών σε συνδυασμό με παρατεταμένη καταστολή, χωρίς όμως να καταστεί δυνατή η πλήρης άρση των όποιων αμφιβολιών τέθηκαν από τα ΜΜΕ της εποχής.
Σε νομικό επίπεδο, η υπόθεση εγείρει κατ’ αρχάς το ζήτημα της ποινικής ευθύνης της επιχειρησιακής ηγεσίας της αστυνομίας, ιδίως υπό το πρίσμα των άρθρων 28 και 302 ΠΚ (αμέλεια και Ανθρωποκτονία από αμέλεια), καθώς και, συμπληρωματικά, της ευθύνης από παράλειψη κατά το άρθρο 15 ΠΚ, λόγω της εγγυητικής θέσης των αρμοδίων οργάνων για την προστασία της ζωής των ομήρων.
Η κατανομή της ποινικής ευθύνης σε περιπτώσεις αιτιώδους συμβολής περισσοτέρων στο εγκληματικό αποτέλεσμα (ενέργειες Σορίν Ματέι, αποφάσεις ηγεσίας της αστυνομίας, τέλεση εφόδου με το σκεπτικό πως η χειρομοβίδα ήταν ψεύτικη, διαπραγματεύσεις από μή αρμόδιο όργανο) αποτελεί ένα από τα πλέον σύνθετα ζητήματα της θεωρίας του καταλογισμού στο ποινικό δίκαιο. Η βασική αφετηρία εντοπίζεται στο ότι, όταν περισσότερα πρόσωπα συμβάλλουν στην επέλευση ενός αποτελέσματος (πολλαπλή αιτιότητα), δεν αρκεί η διαπίστωση πολλαπλών αιτίων, αλλά απαιτείται η εξατομίκευση της ευθύνης με βάση την ιδιαίτερη συμβολή εκάστου και τη συνδρομή των προϋποθέσεων του καταλογισμού. Κατά το ελληνικό ποινικό δίκαιο, η αρχή της ποινικής ευθύνης (άρθρα 14 και 26 ΠΚ) επιβάλλει να αποδοθεί ευθύνη μόνο σε εκείνον του οποίου η συμπεριφορά συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα και καλύπτεται από αντίστοιχη μορφή υπαιτιότητας (άρθρα 27 και 28 ΠΚ).
Εφαρμογή της conditio sine qua non (Θεωρία του ισοδυνάμου των όρων)
Η εφαρμογή της θεωρίας της c.s.q.n. οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το θανατηφόρο αποτέλεσμα δεν μπορεί να αποδοθεί σε έναν μόνο παράγοντα, αλλά σε μία αλληλουχία γεγονότων. Η απόφαση για εισβολή, η εσφαλμένη εκτίμηση περί πλαστότητας της χειροβομβίδας, η εμπλοκή τρίτων στη διαπραγμάτευση και η ίδια η εγκληματική δράση του Σορίν Ματέι συνθέτουν μία ενιαία αιτιώδη διαδρομή. Υπό το πρίσμα αυτό, καθένας από τους επιμέρους παράγοντες μπορεί να θεωρηθεί αιτία του αποτελέσματος, εφόσον η απουσία του θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποτροπή του. Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή αφορά τη φυσική αιτιότητα και δεν συνεπάγεται αυτομάτως και ισοκατανομή της ποινικής ευθύνης, η οποία προϋποθέτει περαιτέρω νομική αξιολόγηση.
Το ποινικό δίκαιο, πέραν της αιτιότητας, απαιτεί και τον αντικειμενικό καταλογισμό, δηλαδή να διαπιστωθεί ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά δημιούργησε έναν μη επιτρεπτό κίνδυνο και ότι το αποτέλεσμα αποτελεί πραγμάτωσή του. Στην υπό κρίση περίπτωση, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν η απόφαση εισβολής συνέβαλε στο αποτέλεσμα, αλλά αν υπερέβη τα όρια του επιτρεπτού επιχειρησιακού κινδύνου. Η πρωτοβάθμια κρίση οδήγησε σε καταδίκη του Αθανάσιου Βασιλόπουλου (επικεφαλής και αρχηγού της Αστυνομίας) για ανθρωποκτονία από αμέλεια, με το σκεπτικό ότι η εσφαλμένη εκτίμηση του κινδύνου συνιστούσε παραβίαση του οφειλόμενου μέτρου επιμέλειας. Ωστόσο, σε δεύτερο βαθμό, το Πενταμελές Εφετείο Πλημμελημάτων (2005) τον αθώωσε, κρίνοντας ενδεχομένως ότι δεν μπορούσε να θεμελιωθεί με την απαιτούμενη βεβαιότητα ούτε ο αιτιώδης σύνδεσμος ούτε ο αντικειμενικός καταλογισμός, ιδίως ενόψει των συνθηκών επιχειρησιακής αβεβαιότητας και πίεσης.
Απαγόρευση αναδρομής και αντικειμενικός καταλογισμός
Υπό το πρίσμα αυτό, η υπόθεση της οδού Νιόβης αναδεικνύει με ιδιαίτερη ένταση τη διάκριση μεταξύ φυσικής (πραγματικής) και νομικής αιτιότητας (αιτιώδους συνάφειας). Όπως έχει υποστηριχθεί στη θεωρία, και από τον Κωνσταντίνο Βαθιώτη (Απαγόρευση αναδρομής και αντικειμενικός καταλογισμός 1999,Εκδ. Σάκκουλας- Ποινικά Χρονικά Μελέτες) Regressverbot, κατά την παλαιότερη διδασκαλία της απαγόρευσης αναδρομής, η μεταγενέστερη δόλια πράξη τρίτου μπορούσε να θεωρηθεί ότι διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια των προγενέστερων συμπεριφορών, καθιστάμενη η εγγύτερη (causa proxima) και αποκλειστική αιτία του αποτελέσματος (εδώ της επιχείρησης της αστυνομίας υπό τον επικεφαλής Αθανάσιο Βασιλόπουλο). Ωστόσο, η σύγχρονη θεωρία και νομολογία αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα την προσέγγιση αυτή, επισημαίνοντας ότι δεν πρόκειται για πραγματική «διακοπή» της αιτιότητας, αλλά για ζήτημα αξιολόγησης του κατά πόσο η μεταγενέστερη πράξη εμφανίζει τέτοιο βαθμό αυτοτέλειας ώστε να υπερκεράσει την αρχική αιτιώδη διαδρομή. Υπό το πρίσμα της σύγχρονης θεωρίας του αντικειμενικού καταλογισμού, η απαγόρευση αναδρομής (Regressverbot) δεν αντιμετωπίζεται ως μηχανισμός «διακοπής» της αιτιότητας, αλλά ως εργαλείο αξιολόγησης του κατά πόσο το αποτέλεσμα μπορεί να αποδοθεί σε συγκεκριμένη συμπεριφορά. Το κρίσιμο κριτήριο δεν είναι πλέον η χρονική διαδοχή των πράξεων, αλλά το αν η μεταγενέστερη συμπεριφορά τρίτου (εισβολή αστυνομίας) απορροφά τον αρχικό κίνδυνο και δημιουργεί έναν νέο, αυτοτελή κίνδυνο, ο οποίος τελικά πραγματώνεται.
Η απορρόφηση του κινδύνου συνδέεται ιδίως με τον ρόλο που λαμβάνουν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Εάν το παρεμβαλλόμενο πρόσωπο ενεργεί εκτός του κοινωνικά και νομικά αναμενόμενου ρόλου του και η συμπεριφορά του εμφανίζει αυξημένη κοινωνικοηθική απαξία, τότε είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι δημιουργεί έναν νέο, αυτοτελή κίνδυνο, ο οποίος υπερκεράζει τον αρχικό. Στην περίπτωση αυτή, το αποτέλεσμα καταλογίζεται κατ’ αρχήν στο παρεμβαλλόμενο πρόσωπο και όχι στον αρχικως δρώντα, ανεξαρτήτως της μορφής υπαιτιότητας του καθενός.
Εφαρμοζόμενη στην υπόθεση της οδού Νιόβης, η ανωτέρω προσέγγιση οδηγεί στο κρίσιμο ερώτημα αν η συμπεριφορά της αστυνομικής ηγεσίας απορρόφησε τον αρχικό κίνδυνο που δημιούργησε ο Σορίν Ματέι και εισήγαγε έναν νέο, αυτοτελή κίνδυνο. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι καταφατική με ευχέρεια. Η αστυνομική επέμβαση, ακόμη και αν θεωρηθεί επιχειρησιακά εσφαλμένη, εντάσσεται στα συνήθη πλαίσια του θεσμικού ρόλου των αρχών για τη διαχείριση κρίσεων και δεν εμφανίζει εκείνον τον βαθμό αυτοτέλειας και αποξένωσης από τον αρχικό κίνδυνο που θα δικαιολογούσε την πλήρη απορρόφησή του. Ο αρχικός κίνδυνος —η ομηρία υπό την απειλή εκρηκτικού μηχανισμού— παραμένει καθοριστικός.
Αλυσίδα γεγονότων
Επομένως, τα ανωτέρω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αρχική εγκληματική δράση του δράστη —η ομηρία υπό την απειλή εκρηκτικού μηχανισμού— δεν παύει να λειτουργεί ως όρος του αποτελέσματος λόγω της μεσολάβησης της αστυνομικής επέμβασης. Η μεταγενέστερη συμπεριφορά των αστυνομικών αρχών δεν εμφανίζει τέτοιο βαθμό ανεξαρτησίας ώστε να αποκόπτει την αρχική αιτιώδη διαδρομή, αλλά εντάσσεται στην ίδια αλυσίδα γεγονότων. Συνεπώς, η υπόθεση εντάσσεται ορθότερα στο σχήμα της πολλαπλής αιτιότητας, όπου περισσότερες συμπεριφορές συντρέχουν ως ισοδύναμοι όροι του αποτελέσματος.
Οι ενέργειες του Σορίν Ματέι στην υπόθεση της οδού Νιόβης, εφόσον βέβαια ζούσε, ως φορέας της αρχικής εγκληματικής συμπεριφοράς, θεμελιώνουν ευθύνη για εγκλήματα δόλου, ενώ η επιχειρησιακή ηγεσία της αστυνομίας εξετάζεται υπό το πρίσμα της αμέλειας, ιδίως ως προς την ενδεχόμενη παραβίαση του οφειλόμενου μέτρου επιμέλειας κατά τη λήψη κρίσιμων αποφάσεων.
Η ευθύνη της εμπλοκής του δημοσιογράφου στις διαπραγματεύσεις
Τέλος, η ενεργός εμπλοκή δημοσιογράφου στη διαδικασία διαπραγμάτευσης, αν και θεσμικά προβληματική, δεν οδήγησε σε θεμελίωση ποινικής ευθύνης, λόγω έλλειψης αποδείξεων ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο και τον απαιτούμενο βαθμό υπαιτιότητας. Αντιθέτως, το ζήτημα αντιμετωπίστηκε σε κανονιστικό επίπεδο, μέσω της επιβολής διοικητικών κυρώσεων, (επέβαλε πρόστιμο 50 εκατομμυρίων δραχμών στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ), αναδεικνύοντας πρωτίστως την αποτυχία του κράτους να διατηρήσει τον πλήρη έλεγχο της επιχειρησιακής διαδικασίας. Η οικογένεια Γκινάκη προσέφυγε με αγωγή κατά του Δημοσίου ζητώντας αποζημίωση 700 εκατομμυρίων δραχμών ενώ πολύ αργότερα επιδικάστηκε στην οικογένεια το ποσό των 300.000 ευρώ ως αποζημίωση για ηθική βλάβη. Αγωγή για ηθική βλάβη κατά του δημοσίου άσκησε και ο Γιώργος Παλιούρας, οδηγός του Αθανάσιου Βασιλόπουλου, που ακρωτηριάστηκε από την έκρηξη (στοιχεία από wikipedia και ειδησεογραφικά μέσα).
*Την περασμένη εβδομάδα προβλήθηκε στους κινηματογράφους η ταινία «Τελευταία κλήση» σε σκηνοθεσία Σέριφ Φράνσις, η οποία πραγματεύεται τα γεγονότα της 23ης Σεπτεμβρίου 1998 στην οδό Νιόβης.
*Συγχωρείστε οποιαδήποτε υπέρβαση καθώς κινήθηκα χωρίς δικαστικές αποφάσεις, με οδηγό τη δημοσίευση «Υπόθεση Σορίν Ματέι: Μια περίπτωση απαγόρευσης αναδρομής»,Εκδ. Σάκκουλας- Ποινικά Χρονικά Μελέτες, από τον Καθηγητή Νομικής Σχολής Βαθιώτη Ι. Κωνσταντίνο και όσα πραγματικά γεγονότα αναζήτησα και βρήκα από αρθρογραφία των ειδησεογραφικών μέσων της εποχής.
Maria-Nefeli Christodoulopoulou
Lawyer | GDPR • AI Act • Data Protection • Regulatory Compliance
Η Μαρία-Νεφέλη Χριστοδουλοπούλου είναι Δικηγόρος με εστίαση στην προστασία δεδομένων, το AI Governance και τη συμμόρφωση επιχειρήσεων με το ευρωπαϊκό ψηφιακό κανονιστικό πλαίσιο (GDPR, AI Act, NIS2)
